εκπρόσωπος
[ekˈprosоpos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
представитель, делегат
representative, delegate · εκπρόσωπος της κυβέρνησης — представитель правительства
2
спикер, выступающий от имени кого-либо
spokesperson, person who speaks on behalf of · εκπρόσωπος της εταιρείας — представитель компании, официальный спикер
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εκπρόσωπος
вин.
τον εκπρόσωπο
род.
του εκπροσώπου
зват.
εκπρόσωπε
Мн. ч.
им.
οι εκπρόσωποι
вин.
τους εκπροσώπους
род.
των εκπροσώπων
зват.
εκπρόσωποι
Примеры
Ο εκπρόσωπος της Ελλάδας μίλησε στο συνέδριο.
Представитель Греции выступил на конференции. · Greece's representative spoke at the conference.
Συναντήθηκε με τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
Она встретилась с представителями рабочих. · She met with the workers' representatives.
Ο εκπρόσωπος της αεροπορικής εταιρείας δήλωσε ότι θα αυξήσουν τις πτήσεις.
Спикер авиакомпании заявил об увеличении рейсов. · The airline's spokesperson announced they would increase flights.
Οι εκπρόσωποι των δύο χωρών διαπραγματεύτηκαν για ώρες.
Представители двух стран вели переговоры часами. · The representatives of both countries negotiated for hours.