Греческий словарь
с грамматикой

εκπλήσσω

[ekˈpliːso]глаголB2

Значения

1
поражать, изумлять, удивлять
to astonish, to amaze, to astound · με εκπλήσσει η απάντησή του — его ответ меня поражает
2
застать врасплох, удивить неожиданно
to catch off guard, to take by surprise · εκπλήχθηκε από το νέο — он был застигнут врасплох новостью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκπλήσσω
εσύ
εκπλήσσεις
αυτός
εκπλήσσει
εμείς
εκπλήσσουμε
εσείς
εκπλήσσετε
αυτοί
εκπλήσσουν
Аорист
εγώ
εξέπληξα
εσύ
εξέπληξες
αυτός
εξέπληξε
εμείς
εξεπλήξαμε
εσείς
εξεπλήξατε
αυτοί
εξέπληξαν
Будущее
εγώ
θα εκπλήξω
εσύ
θα εκπλήξεις
αυτός
θα εκπλήξει
εμείς
θα εκπλήξουμε
εσείς
θα εκπλήξετε
αυτοί
θα εκπλήξουν

Примеры

Η συμπεριφορά της με εκπλήσσει πολύ.
Её поведение меня очень поражает. · Her behaviour amazes me greatly.
Εξεπλήχθησαν όταν έμαθαν την αλήθεια.
Они были поражены, когда узнали правду. · They were astonished when they learned the truth.
Δεν με εκπλήσσει το αποτέλεσμα.
Результат меня не удивляет. · The result doesn't surprise me.
Θα εκπλήξουν όλους με την είδηση τους.
Они поразят всех своей новостью. · They will astound everyone with their news.