Греческий словарь
с грамматикой

εκπλήσσομαι

[ekˈplisomai]глаголB1

Значения

1
поражаться, удивляться
to be amazed, to be astonished · εκπλήσσομαι από την είδηση — поражаюсь новостью
2
быть пораженным, шокированным
to be shocked, to be taken aback · εκπλήσσομαι από την συμπεριφορά του — шокирован его поведением

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκπλήσσομαι
εσύ
εκπλήσσεσαι
αυτός
εκπλήσσεται
εμείς
εκπλησσόμαστε
εσείς
εκπλήσσεστε
αυτοί
εκπλήσσονται
Аорист
εγώ
εκπλάγην
εσύ
εκπλάγης
αυτός
εκπλάγη
εμείς
εκπλάγημεν
εσείς
εκπλάγητε
αυτοί
εκπλάγησαν
Будущее
εγώ
θα εκπλαγώ
εσύ
θα εκπλαγείς
αυτός
θα εκπλαγεί
εμείς
θα εκπλαγούμε
εσείς
θα εκπλαγείτε
αυτοί
θα εκπλαγούν

Примеры

Εκπλάγην από τα όσα έμαθα χθες.
Я был поражён тем, что узнал вчера. · I was amazed by what I learned yesterday.
Εκπλήσσεται πάντα από τις απόψεις του πατέρα του.
Он всегда удивляется мнениям своего отца. · He is always astonished by his father's opinions.
Δεν θα εκπλαγώ αν αρνηθεί την πρόσκληση.
Я не буду удивлён, если он откажется от приглашения. · I won't be surprised if he refuses the invitation.
Έχουμε εκπλαγεί από την ταχύτητα της εξέλιξης.
Мы поражены быстротой развития ситуации. · We have been amazed by the speed of developments.