Греческий словарь
с грамматикой

εκπαιδεύομαι

[ekpeˈðevome]глаголB1

Значения

1
обучаться, получать образование
to be educated, to study, to receive training · εκπαιδεύομαι στο πανεπιστήμιο — обучаюсь в университете
2
тренироваться, подготавливаться
to train, to prepare oneself · εκπαιδεύεται για τον αγώνα — тренируется для соревнования

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκπαιδεύομαι
εσύ
εκπαιδεύεσαι
αυτός
εκπαιδεύεται
εμείς
εκπαιδευόμαστε
εσείς
εκπαιδεύεστε
αυτοί
εκπαιδεύονται
Аорист
εγώ
εκπαιδεύθηκα
εσύ
εκπαιδεύθηκες
αυτός
εκπαιδεύθηκε
εμείς
εκπαιδευθήκαμε
εσείς
εκπαιδευθήκατε
αυτοί
εκπαιδεύθηκαν
Будущее
εγώ
θα εκπαιδευθώ
εσύ
θα εκπαιδευθείς
αυτός
θα εκπαιδευθεί
εμείς
θα εκπαιδευθούμε
εσείς
θα εκπαιδευθείτε
αυτοί
θα εκπαιδευθούν

Примеры

Εκπαιδεύομαι ως μηχανικός στο πανεπιστήμιο.
Я учусь на инженера в университете. · I'm studying to become an engineer at university.
Ο αθλητής εκπαιδεύεται κάθε μέρα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Спортсмен тренируется каждый день для Олимпийских игр. · The athlete trains every day for the Olympic Games.
Εκπαιδευθήκαν όλα τα παιδιά του χωριού στο ίδιο σχολείο.
Все дети деревни учились в одной школе. · All the children of the village were educated at the same school.
Θα εκπαιδευθείς καλά αν δουλέψεις σκληρά.
Ты получишь хорошее образование, если будешь усердно работать. · You will be well educated if you work hard.