εκπαίδευση
[ekpeˈðefsi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
образование, обучение
education, training · η εκπαίδευση των παιδιών — образование детей
2
дрессировка, тренировка (животных)
training (of animals) · εκπαίδευση σκύλων — дрессировка собак
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εκπαίδευση
вин.
την εκπαίδευση
род.
της εκπαίδευσης
зват.
εκπαίδευση
Мн. ч.
им.
οι εκπαιδεύσεις
вин.
τις εκπαιδεύσεις
род.
των εκπαιδεύσεων
зват.
εκπαιδεύσεις
Примеры
Η εκπαίδευση είναι σημαντική για το μέλλον.
Образование важно для будущего. · Education is important for the future.
Παίρνει μαθήματα εκπαίδευσης σκύλων κάθε εβδομάδα.
Она берёт уроки дрессировки собак каждую неделю. · She takes dog training lessons every week.
Στην Ελλάδα, η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική μέχρι τα δεκαέξι.
В Греции образование обязательно до шестнадцати лет. · In Greece, education is compulsory until age sixteen.
Προσφέρουν διάφορες εκπαιδεύσεις επαγγελματικών δεξιοτήτων.
Они предлагают различные программы профессионального обучения. · They offer various vocational training programmes.