Греческий словарь
с грамматикой

εκπίπτω

[eˈkpipto]глаголгруппа А (безударное -ω)C1

Значения

1
выпадать, исключаться (из списка, из членства)
to fall out, to be excluded (from membership, a list) · εκπίπτει από τη λίστα — выпадает из списка
2
терять статус, лишаться (должности, прав)
to lose status or position, to forfeit · εκπίπτει από την ιδιότητά του — теряет свой статус
3
(юридический) аннулироваться, становиться недействительным
(legal) to lapse, to become null · εκπίπτει η δικαιοσύνη — истекает срок исковой давности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκπίπτω
εσύ
εκπίπτεις
αυτός
εκπίπτει
εμείς
εκπίπτουμε
εσείς
εκπίπτετε
αυτοί
εκπίπτουν
Аорист
εγώ
εξέπεσα
εσύ
εξέπεσες
αυτός
εξέπεσε
εμείς
εξεπέσαμε
εσείς
εξεπέσατε
αυτοί
εξέπεσαν
Будущее
εγώ
θα εκπέσω
εσύ
θα εκπέσεις
αυτός
θα εκπέσει
εμείς
θα εκπέσουμε
εσείς
θα εκπέσετε
αυτοί
θα εκπέσουν

Примеры

Ο υποψήφιος εξέπεσε από τη δύο φορές.
Кандидат выбыл из гонки дважды. · The candidate dropped out of the race twice.
Εκείνος εκπίπτει από τα μέλη του συλλόγου.
Он исключается из членов клуба. · He is being excluded from the club's members.
Θα εκπέσει η προθεσμία τον Δεκέμβριο.
Срок истечёт в декабре. · The deadline will expire in December.
Εξέπεσαν από τα δικαιώματα του πολιτεία.
Они лишились гражданских прав. · They forfeited their civil rights.