εκμεταλλεύτης
[ekmetaˈlevtis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
эксплуататор, человек, который беспощадно использует других
exploiter, someone who takes unfair advantage of others · εκμεταλλεύτης των εργατών — эксплуататор рабочих
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εκμεταλλεύτης
вин.
τον εκμεταλλεύτη
род.
του εκμεταλλεύτη
зват.
εκμεταλλεύτη
Мн. ч.
им.
οι εκμεταλλεύτες
вин.
τους εκμεταλλεύτες
род.
των εκμεταλλευτών
зват.
εκμεταλλεύτες
Примеры
Οι εκμεταλλεύτες δεν δίνουν δίκαιες αμοιβές.
Эксплуататоры не выплачивают справедливую зарплату. · The exploiters do not pay fair wages.
Ο εκμεταλλεύτης κέρδιζε πολλά χρήματα από τις δουλειές τους.
Эксплуататор зарабатывал много денег на их работе. · The exploiter was making a lot of money from their labor.
Καταγγέλλαμε τον εκμεταλλεύτη στις αρχές.
Мы донесли на эксплуататора властям. · We reported the exploiter to the authorities.