Греческий словарь
с грамматикой

εκμεταλλεύομαι

[ekmetaˈlevo̞me]глаголB2

Значения

1
эксплуатировать, использовать в своих интересах
to exploit, to take advantage of · εκμεταλλεύεται τους άλλους — он эксплуатирует других
2
использовать, извлекать выгоду
to make use of, to capitalize on · εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες — он использует возможности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκμεταλλεύομαι
εσύ
εκμεταλλεύεσαι
αυτός
εκμεταλλεύεται
εμείς
εκμεταλλευόμαστε
εσείς
εκμεταλλεύεστε
αυτοί
εκμεταλλεύονται
Аорист
εγώ
εκμεταλλεύθηκα
εσύ
εκμεταλλεύθηκες
αυτός
εκμεταλλεύθηκε
εμείς
εκμεταλλευθήκαμε
εσείς
εκμεταλλευθήκατε
αυτοί
εκμεταλλεύθηκαν
Будущее
εγώ
θα εκμεταλλευθώ
εσύ
θα εκμεταλλευθείς
αυτός
θα εκμεταλλευθεί
εμείς
θα εκμεταλλευθούμε
εσείς
θα εκμεταλλευθείτε
αυτοί
θα εκμεταλλευθούν

Примеры

Δεν πρέπει να εκμεταλλεύεσαι τους φτωχούς.
Нельзя эксплуатировать бедных. · You shouldn't exploit the poor.
Εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία για να φύγει.
Он воспользовался возможностью и уехал. · He took the opportunity and left.
Θα εκμεταλλευθούν τους πόρους της χώρας.
Они будут использовать ресурсы страны. · They will exploit the country's resources.
Έχουν εκμεταλλευθεί πολλά παιδιά στη βιομηχανία.
Множество детей эксплуатировали на заводах. · Many children have been exploited in factories.