εκλογή
[ekloˈʝi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
выборы
election · δημοκρατικές εκλογές — демократические выборы
2
выбор, отбор
selection, choice · εκλογή των καλύτερων — отбор лучших
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εκλογή
вин.
την εκλογή
род.
της εκλογής
зват.
εκλογή
Мн. ч.
им.
οι εκλογές
вин.
τις εκλογές
род.
των εκλογών
зват.
εκλογές
Примеры
Οι εκλογές θα γίνουν τον Μάιο.
Выборы состоятся в мае. · The elections will take place in May.
Η εκλογή του νέου προέδρου ήταν σημαντική.
Избрание нового президента было важно. · The election of the new president was significant.
Πολλοί πολίτες συμμετείχαν στις εκλογές.
Много граждан участвовали в выборах. · Many citizens participated in the elections.
Η εκλογή του καταλληλότερου υποψηφίου είναι δύσκολη.
Выбор наиболее подходящего кандидата сложен. · Selecting the most suitable candidate is difficult.