Греческий словарь
с грамматикой

εκλιπαρώ

[eklipaˈro]глаголB2

Значения

1
умолять, просить с мольбой
to beseech, to implore, to plead with · εκλιπαρώ κάποιον να με βοηθήσει — умолять кого-то помочь мне
2
упрашивать, настойчиво просить
to entreat, to urge insistently · εκλιπαρώ να μην φύγεις — упрашивать не уходить

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκλιπαρώ
εσύ
εκλιπαράς
αυτός
εκλιπαρά
εμείς
εκλιπαράμε
εσείς
εκλιπαράτε
αυτοί
εκλιπαρούν
Аорист
εγώ
εκλιπάρησα
εσύ
εκλιπάρησες
αυτός
εκλιπάρησε
εμείς
εκλιπαρήσαμε
εσείς
εκλιπαρήσατε
αυτοί
εκλιπάρησαν
Будущее
εγώ
θα εκλιπαρώ
εσύ
θα εκλιπαράς
αυτός
θα εκλιπαρά
εμείς
θα εκλιπαράμε
εσείς
θα εκλιπαράτε
αυτοί
θα εκλιπαρούν

Примеры

Εκλιπαρώ να μας δώσεις μία δεύτερη ευκαιρία.
Умоляю тебя дать нам второй шанс. · I beseech you to give us a second chance.
Εκλιπάρησε τον δάσκαλο να μην του κόψει βαθμό.
Он упрашивал учителя не снизить ему оценку. · He implored the teacher not to lower his mark.
Την εκλιπαρούσαν να μην πάρει μετάθεση.
Они упрашивали её не просить перевода. · They were entreating her not to request a transfer.