Греческий словарь
с грамматикой

εκλαμβάνω

[ɛklamˈvano]глаголC1

Значения

1
толковать, интерпретировать, понимать (часто в смысле неправильного понимания)
to interpret, to construe, to understand (often in the sense of misinterpretation) · εκλαμβάνω τα λόγια του — толкую его слова
2
воспринимать, относиться (к чему-либо определённым образом)
to take, to receive, to regard (something in a particular way) · εκλαμβάνω καλώς — воспринимаю благосклонно

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκλαμβάνω
εσύ
εκλαμβάνεις
αυτός
εκλαμβάνει
εμείς
εκλαμβάνουμε
εσείς
εκλαμβάνετε
αυτοί
εκλαμβάνουν
Аорист
εγώ
εξέλαβον
εσύ
εξέλαβες
αυτός
εξέλαβε
εμείς
εξελάβομε
εσείς
εξελάβετε
αυτοί
εξέλαβαν
Будущее
εγώ
θα εκλάβω
εσύ
θα εκλάβεις
αυτός
θα εκλάβει
εμείς
θα εκλάβουμε
εσείς
θα εκλάβετε
αυτοί
θα εκλάβουν

Примеры

Δεν πρέπει να εκλαμβάνεις τις κριτικές μας προσωπικά.
Не следует воспринимать нашу критику как личное оскорбление. · You shouldn't take our criticism personally.
Ο αρχαίος κείμενο εξελήφθη με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.
Древний текст был истолкован множеством различных способов. · The ancient text was interpreted in many different ways.
Πώς εκλαμβάνεις το σιωπή του;
Как ты расцениваешь его молчание? · How do you interpret his silence?