εκκλησιαστικός
[ekliziasˈtikos]прилагательноеB2
Значения
1
церковный, связанный с церковью
ecclesiastical, relating to the church · εκκλησιαστικός ιερέας — церковный священник
2
духовный, принадлежащий духовенству
clerical, belonging to the clergy · εκκλησιαστικές ρουχισμοί — духовные облачения
Грамматика
мужской род
им.
εκκλησιαστικός
вин.
εκκλησιαστικό
род.
εκκλησιαστικού
зват.
εκκλησιαστικέ
женский род
им.
εκκλησιαστική
вин.
εκκλησιαστική
род.
εκκλησιαστικής
зват.
εκκλησιαστική
средний род
им.
εκκλησιαστικό
вин.
εκκλησιαστικό
род.
εκκλησιαστικού
зват.
εκκλησιαστικό
Примеры
Ο εκκλησιαστικός κανόνας ισχύει σε όλες τις ενορίες.
Церковные правила действуют во всех приходах. · The ecclesiastical law applies in all parishes.
Η εκκλησιαστική ιεραρχία είναι πολύ αυστηρή.
Духовная иерархия очень строга. · The clerical hierarchy is very strict.
Φορούσε εκκλησιαστικά ρούχα κατά τη λειτουργία.
Он носил духовное облачение во время службы. · He wore ecclesiastical vestments during the service.