εκκαθάριση
[ekkaˈθarisi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
очистка, чистка (удаление грязи, примесей)
cleaning, cleansing (removal of dirt, impurities) · εκκαθάριση του σπιτιού — чистка дома
2
чистка (удаление нежелательных элементов, людей)
purge, cleansing (removal of unwanted elements, people) · εκκαθάριση της διοίκησης — чистка администрации
3
санация (финансовое оздоровление, урегулирование)
reorganization, settlement (financial rehabilitation) · εκκαθάριση χρεών — урегулирование долгов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εκκαθάριση
вин.
την εκκαθάριση
род.
της εκκαθάρισης
зват.
εκκαθάριση
Мн. ч.
им.
οι εκκαθαρίσεις
вин.
τις εκκαθαρίσεις
род.
των εκκαθαρίσεων
зват.
εκκαθαρίσεις
Примеры
Η εκκαθάριση του σπιτιού διαρκεί όλο το πρωί.
Чистка дома длится всё утро. · House cleaning takes all morning.
Χρειάζεται εκκαθάριση των διαδρόμων του κτιρίου.
Нужна чистка коридоров здания. · The building corridors need cleaning.
Η κυβέρνηση ξεκίνησε εκκαθάριση στη δημοπρασία.
Правительство начало чистку в администрации. · The government launched a purge in the administration.
Η εκκαθάριση των χρεών αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση.
Урегулирование долгов — необходимое условие. · Debt settlement is a necessary precondition.