εκδότης
[ekˈðotis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
издатель, издатель книг
publisher · ο εκδότης του βιβλίου — издатель книги
2
издатель (в значении того, кто издаёт, выпускает)
one who issues or releases · εκδότης διατάγματος — издатель указа
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εκδότης
вин.
τον εκδότη
род.
του εκδότη
зват.
εκδότη
Мн. ч.
им.
οι εκδότες
вин.
τους εκδότες
род.
των εκδοτών
зват.
εκδότες
Примеры
Ο εκδότης ανακοίνωσε την έκδοση του νέου μυθιστορήματος.
Издатель объявил о выпуске нового романа. · The publisher announced the release of the new novel.
Συνεργάζεται με τους μεγαλύτερους εκδότες της χώρας.
Она работает с крупнейшими издателями страны. · She works with the largest publishers in the country.
Ο εκδότη του εφημερίδας είναι γνωστός για την ακεραιότητά του.
Издатель газеты известен своей честностью. · The newspaper publisher is known for his integrity.