Греческий словарь
с грамматикой

εκδικούμαι

[ekðiˈkume]глаголB2

Значения

1
мстить, отомстить
to take revenge, to avenge oneself · εκδικούμαι για την προσβολή — мстить за оскорбление
2
защищать свои права, отстаивать справедливость
to defend one's rights, to stand up for justice · εκδικούμαι τα δικαιώματά μου — защищать свои права

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκδικούμαι
εσύ
εκδικείσαι
αυτός
εκδικείται
εμείς
εκδικούμαστε
εσείς
εκδικείστε
αυτοί
εκδικούνται
Аорист
εγώ
εκδικήθηκα
εσύ
εκδικήθηκες
αυτός
εκδικήθηκε
εμείς
εκδικηθήκαμε
εσείς
εκδικηθήκατε
αυτοί
εκδικήθηκαν
Будущее
εγώ
θα εκδικηθώ
εσύ
θα εκδικηθείς
αυτός
θα εκδικηθεί
εμείς
θα εκδικηθούμε
εσείς
θα εκδικηθείτε
αυτοί
θα εκδικηθούν

Примеры

Εκδικήθηκε τον εχθρό του με υπομονή.
Он терпеливо отомстил своему врагу. · He patiently avenged himself on his enemy.
Θα εκδικηθεί για την αδικία που υπέστη.
Он отомстит за несправедливость, которую перенёс. · He will take revenge for the injustice he suffered.
Η δικαιοσύνη εκδικείται τους ασθενείς.
Справедливость защищает слабых. · Justice stands up for the weak.
Δεν πρέπει να εκδικούμαστε με βία.
Мы не должны мстить насилием. · We should not seek revenge through violence.