Греческий словарь
с грамматикой

εκδικητικός

[ekðikitiˈkos]прилагательноеC1

Значения

1
мстительный, жаждущий мести
vengeful, seeking revenge · εκδικητικό πνεύμα — мстительный дух
2
карательный, направленный на возмездие
punitive, intended as retribution · εκδικητικά μέτρα — карательные меры

Грамматика

мужской род
им.
εκδικητικός
вин.
εκδικητικό
род.
εκδικητικού
зват.
εκδικητικέ
женский род
им.
εκδικητική
вин.
εκδικητική
род.
εκδικητικής
зват.
εκδικητική
средний род
им.
εκδικητικό
вин.
εκδικητικό
род.
εκδικητικού
зват.
εκδικητικό

Примеры

Είχε εκδικητικό χαρακτήρα και δεν συγχώρεσε κανέναν.
У него был мстительный характер, и он никого не прощал. · He had a vengeful nature and forgave no one.
Οι εκδικητικές πολιτικές της κυβέρνησης προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις.
Карательная политика правительства вызвала сильные протесты. · The government's punitive policies provoked strong reactions.
Αποφάσισε να μην είναι εκδικητική και να ξεχάσει το παρελθόν.
Она решила не быть мстительной и забыть прошлое. · She decided not to be vindictive and to let the past go.