Греческий словарь
с грамматикой

εκδικητής

[ekðiˈkitis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
мститель, тот, кто мстит
avenger, one who takes revenge · ο εκδικητής της αδικίας — мститель несправедливости

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο εκδικητής
вин.
τον εκδικητή
род.
του εκδικητή
зват.
εκδικητή
Мн. ч.
им.
οι εκδικητές
вин.
τους εκδικητές
род.
των εκδικητών
зват.
εκδικητές

Примеры

Ο εκδικητής πήρε δικαίωση για το έγκλημα.
Мститель получил справедливость за преступление. · The avenger obtained justice for the crime.
Οι εκδικητές του κατατραγούδησαν τον εχθρό τους.
Мстители преследовали своего врага. · The avengers hunted down their enemy.
Έπαιξε τον ρόλο του εκδικητή στην ταινία.
Он сыграл роль мстителя в фильме. · He played the role of the avenger in the film.