Греческий словарь
с грамматикой

εκδηλώνω

[ekðiˈlono]глаголB1

Значения

1
выражать, проявлять (чувство, мнение, отношение)
to express, to display, to manifest (a feeling, opinion, attitude) · εκδήλωσε τη δυσαρέσκειά του — он выразил своё недовольство
2
организовать, проводить (мероприятие, событие)
to organize, to hold (an event, gathering) · εκδηλώνουν έκθεση τέχνης — они проводят выставку искусства

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκδηλώνω
εσύ
εκδηλώνεις
αυτός
εκδηλώνει
εμείς
εκδηλώνουμε
εσείς
εκδηλώνετε
αυτοί
εκδηλώνουν
Аорист
εγώ
εκδήλωσα
εσύ
εκδήλωσες
αυτός
εκδήλωσε
εμείς
εκδηλώσαμε
εσείς
εκδηλώσατε
αυτοί
εκδήλωσαν
Будущее
εγώ
θα εκδηλώσω
εσύ
θα εκδηλώσεις
αυτός
θα εκδηλώσει
εμείς
θα εκδηλώσουμε
εσείς
θα εκδηλώσετε
αυτοί
θα εκδηλώσουν

Примеры

Εκδήλωσε τη δυσαρέσκειά του με σιωπή.
Он выразил своё недовольство молчанием. · He expressed his displeasure through silence.
Οι φοιτητές εκδηλώνουν διαμαρτυρίες κάθε εβδομάδα.
Студенты регулярно организуют протесты. · Students hold protests every week.
Θα εκδηλώσουν την ετήσια συναυλία τον Ιούνιο.
Они проведут ежегодный концерт в июне. · They will hold the annual concert in June.
Η αγάπη του για τη μουσική εκδηλώνεται σε κάθε συναυλία.
Его любовь к музыке проявляется на каждом концерте. · His love of music is evident at every concert.