εκβιομηχάνιση
[ekviomixˈanisi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
индустриализация, превращение аграрной экономики в промышленную
industrialization, the transformation of an agrarian economy into an industrial one · η εκβιομηχάνιση της χώρας — индустриализация страны
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εκβιομηχάνιση
вин.
την εκβιομηχάνιση
род.
της εκβιομηχανίσης
зват.
εκβιομηχάνιση
Мн. ч.
им.
οι εκβιομηχανίσεις
вин.
τις εκβιομηχανίσεις
род.
των εκβιομηχανίσεων
зват.
εκβιομηχανίσεις
Примеры
Η εκβιομηχάνιση της Ελλάδας ξεκίνησε τον εικοστό αιώνα.
Индустриализация Греции началась в двадцатом веке. · Greece's industrialization began in the twentieth century.
Η γρήγορη εκβιομηχάνιση του νησιού άλλαξε τη ζωή των κατοίκων.
Быстрая индустриализация острова изменила жизнь жителей. · The rapid industrialization of the island transformed the lives of its inhabitants.
Κατά τη διάρκεια της εκβιομηχανίσης, πολλοί αγρότες μετακόμισαν στις πόλεις.
Во время индустриализации многие крестьяне переселились в города. · During industrialization, many farmers migrated to the cities.