εκβιαστής
[ekvjaˈstis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
вымогатель, шантажист
extortionist, blackmailer · άνθρωπος που απειλεί για χρήματα — человек, который угрожает ради денег
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εκβιαστής
вин.
τον εκβιαστή
род.
του εκβιαστή
зват.
εκβιαστή
Мн. ч.
им.
οι εκβιαστές
вин.
τους εκβιαστές
род.
των εκβιαστών
зват.
εκβιαστές
Примеры
Ο εκβιαστής ζήτησε μεγάλο ποσό από τον πλούσιο επιχειρηματία.
Вымогатель потребовал крупную сумму у богатого бизнесмена. · The extortionist demanded a large sum from the wealthy businessman.
Αρκετοί εκβιαστές συνελήφθησαν από την αστυνομία χθες.
Несколько вымогателей были арестованы полицией вчера. · Several extortionists were arrested by police yesterday.
Οι δικαστές καταδίκασαν τους εκβιαστές σε μακριές ποινές.
Судьи приговорили вымогателей к длительным срокам. · The judges sentenced the blackmailers to long prison terms.