Греческий словарь
с грамматикой

εκβιάζω

[ekviˈazo]глаголB2

Значения

1
вымогать, шантажировать
to extort, to blackmail · εκβιάζει χρήματα από κάποιον — вымогает деньги у кого-то
2
принуждать, заставлять силой
to force, to coerce · εκβιάζει κάποιον να υπογράψει — принуждает кого-то подписать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκβιάζω
εσύ
εκβιάζεις
αυτός
εκβιάζει
εμείς
εκβιάζουμε
εσείς
εκβιάζετε
αυτοί
εκβιάζουν
Аорист
εγώ
εκβίασα
εσύ
εκβίασες
αυτός
εκβίασε
εμείς
εκβιάσαμε
εσείς
εκβιάσατε
αυτοί
εκβίασαν
Будущее
εγώ
θα εκβιάσω
εσύ
θα εκβιάσεις
αυτός
θα εκβιάσει
εμείς
θα εκβιάσουμε
εσείς
θα εκβιάσετε
αυτοί
θα εκβιάσουν

Примеры

Η αστυνομία συνέλαβε τον άνδρα που εκβίαζε τον επιχειρηματία.
Полиция арестовала мужчину, который вымогал деньги у бизнесмена. · The police arrested the man who was extorting the businessman.
Δεν μπορούν να με εκβιάσουν με απειλές.
Они не могут меня принудить угрозами. · They cannot coerce me with threats.
Του έστειλαν μήνυμα για να τον εκβιάσουν να δώσει χρήματα.
Ему отправили сообщение, чтобы заставить его отдать деньги. · They sent him a message to force him to give money.
Έχει εκβιάσει πολλούς ανθρώπους με τις απειλές του.
Он вымогал деньги у многих людей своими угрозами. · He has extorted many people with his threats.