Греческий словарь
с грамматикой

εκβάλλω

[ekˈvalo]глаголB2

Значения

1
выгонять, выселять
to evict, to throw out · εκβάλλω κάποιον από το σπίτι — выгонять кого-то из дома
2
изгонять, изганять (врага, противника)
to drive out, to expel (an enemy, invader) · εκβάλλω τους εχθρούς — изганять врагов
3
исключать (из организации, учебного заведения)
to exclude, to expel (from a school, organization) · εκβάλλω μαθητή από το σχολείο — исключать ученика из школы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εκβάλλω
εσύ
εκβάλλεις
αυτός
εκβάλλει
εμείς
εκβάλλουμε
εσείς
εκβάλλετε
αυτοί
εκβάλλουν
Аорист
εγώ
εξέβαλα
εσύ
εξέβαλες
αυτός
εξέβαλε
εμείς
εξεβάλαμε
εσείς
εξεβάλατε
αυτοί
εξέβαλαν
Будущее
εγώ
θα εκβάλω
εσύ
θα εκβάλεις
αυτός
θα εκβάλει
εμείς
θα εκβάλουμε
εσείς
θα εκβάλετε
αυτοί
θα εκβάλουν

Примеры

Ο ιδιοκτήτης εξέβαλε τον ενοικιαστή από το διαμέρισμα.
Хозяин выселил арендатора из квартиры. · The landlord evicted the tenant from the apartment.
Το σχολείο εκβάλλει μαθητές που παραβιάζουν τον κανονισμό.
Школа исключает учеников, которые нарушают правила. · The school expels students who violate the regulations.
Θα εκβάλουν τους κατακτητές από την πόλη.
Они изгонят захватчиков из города. · They will drive out the invaders from the city.
Έχει εκβάλει πολλές οικογένειες από τα σπίτια τους.
Он выселил много семей из их домов. · He has evicted many families from their homes.