εισπρακτικός
[isˈpraktikós]прилагательноеC1
Значения
1
относящийся к взысканию, взысканию денежных сумм; направленный на сбор долгов
relating to debt collection or recovery of money; designed to collect outstanding amounts · εισπρακτική διαδικασία — процедура взыскания
Грамматика
мужской род
им.
εισπρακτικός
вин.
εισπρακτικό
род.
εισπρακτικού
зват.
εισπρακτικέ
женский род
им.
εισπρακτική
вин.
εισπρακτική
род.
εισπρακτικής
зват.
εισπρακτική
средний род
им.
εισπρακτικό
вин.
εισπρακτικό
род.
εισπρακτικού
зват.
εισπρακτικό
Примеры
Η εισπρακτική εταιρεία αναλαμβάνει τη σύναξη των απλήρωτων λογαριασμών.
Компания по взысканию берёт на себя сбор неоплаченных счётов. · The debt collection company handles the recovery of unpaid invoices.
Ελήφθησαν εισπρακτικές ενέργειες κατά των οφειλετών.
Против должников были предприняты меры взыскания. · Collection measures were taken against the debtors.
Ο εισπρακτικός κώδικας ρυθμίζει τις διαδικασίες αποκατάστασης.
Кодекс взыскания регулирует процедуры возмещения. · The collection code regulates recovery procedures.