Греческий словарь
с грамматикой

εισπράττω

[ispˈrato]глаголB2

Значения

1
взимать, собирать (налоги, сборы, платежи)
to collect, levy (taxes, fees, payments) · εισπράττει φόρους — взимает налоги
2
получать, извлекать выгоду или результат
to reap, derive, obtain (benefit, profit, advantage) · εισπράττει οφέλη — извлекает выгоду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εισπράττω
εσύ
εισπράττεις
αυτός
εισπράττει
εμείς
εισπράττουμε
εσείς
εισπράττετε
αυτοί
εισπράττουν
Аорист
εγώ
είσπραξα
εσύ
είσπραξες
αυτός
είσπραξε
εμείς
είσπραξαμε
εσείς
είσπραξατε
αυτοί
είσπραξαν
Будущее
εγώ
θα εισπράξω
εσύ
θα εισπράξεις
αυτός
θα εισπράξει
εμείς
θα εισπράξουμε
εσείς
θα εισπράξετε
αυτοί
θα εισπράξουν

Примеры

Η κυβέρνηση εισπράττει φόρους από τους πολίτες.
Правительство взимает налоги у граждан. · The government collects taxes from citizens.
Είσπραξε μεγάλα κέρδη από την επιχείρησή του.
Он извлёк большую прибыль из своего бизнеса. · He reaped large profits from his business.
Θα εισπράξουμε τα δίκαιά μας αργά ή γρήγορα.
Мы получим наши права рано или поздно. · We will obtain our rights sooner or later.
Ο δήμος εισπράττει τέλη κυκλοφορίας κάθε χρόνο.
Муниципалитет взимает транспортные сборы каждый год. · The municipality levies traffic fees every year.