εισπνοή
[isˈpni]существительноеη · женский родB2
Значения
1
вдох, вдыхание
inhalation, breathing in · βαθιά εισπνοή — глубокий вдох
2
вдохновение, музовое озарение
inspiration, creative impulse · καλλιτεχνική εισπνοή — художественное вдохновение
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εισπνοή
вин.
την εισπνοή
род.
της εισπνοής
зват.
εισπνοή
Мн. ч.
им.
οι εισπνοές
вин.
τις εισπνοές
род.
των εισπνοών
зват.
εισπνοές
Примеры
Έκανε μια βαθιά εισπνοή πριν μιλήσει.
Он сделал глубокий вдох перед тем, как заговорить. · He took a deep breath before speaking.
Η εισπνοή του ήταν ο λόγος της δημιουργίας του.
Его вдохновение было причиной его творчества. · His inspiration was the reason for his creative work.
Χωρίς εισπνοές δεν μπορούμε να ζήσουμε.
Без вдохов мы не можем жить. · Without breaths we cannot live.