εισιτήριο
[isitˈirio]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
билет (для входа, на мероприятие, транспорт)
ticket (for admission, event, transport) · εισιτήριο για το σινεμά — билет в кино
Грамматика
Ед. ч.
им.
το εισιτήριο
вин.
το εισιτήριο
род.
του εισιτηρίου
зват.
εισιτήριο
Мн. ч.
им.
τα εισιτήρια
вин.
τα εισιτήρια
род.
των εισιτηρίων
зват.
εισιτήρια
Примеры
Αγόρασα δύο εισιτήρια για τον αγώνα.
Я купил два билета на матч. · I bought two tickets for the match.
Το εισιτήριό σας, παρακαλώ.
Ваш билет, пожалуйста. · Your ticket, please.
Πόσο κοστίζει ένα εισιτήριο για το τρένο;
Сколько стоит билет на поезд? · How much does a train ticket cost?
Χρειάζεται εισιτήριό μας για να μπούμε.
Нам нужен билет, чтобы войти. · We need a ticket to get in.