εισβολέας
[isvoˈleas]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
захватчик, завоеватель
invader, conqueror · εισβολέας που κατακτά μια χώρα — захватчик, захвативший страну
2
нарушитель, тот, кто вторгается
intruder, one who intrudes · εισβολέας στο σπίτι — непрошеный гость, вторгшийся в дом
Грамматика
Ед. ч.
им.
o εισβολέας
вин.
τον εισβολέα
род.
του εισβολέα
зват.
εισβολέα
Мн. ч.
им.
οι εισβολείς
вин.
τους εισβολείς
род.
των εισβολέων
зват.
εισβολείς
Примеры
Οι εισβολείς κατέλαβαν την πόλη σε λίγες ώρες.
Захватчики заняли город за несколько часов. · The invaders captured the city in a few hours.
Ο εισβολέας σπάγει το παράθυρο και μπαίνει.
Нарушитель разбивает окно и входит. · The intruder smashes the window and enters.
Έναντι του εισβολέα, ο λαός υπερασπίστηκε την πατρίδα.
Перед лицом захватчика народ защитил отечество. · Faced with the invader, the people defended their homeland.