Греческий словарь
с грамматикой

εισβάλλω

[isˈvalo]глаголB1

Значения

1
вторгаться, вламываться (в дом, страну и т.д.)
invade, break into (a house, country, etc.) · εισβάλλουν στη χώρα — они вторгаются в страну
2
врываться, входить стремительно
burst in, rush in · εισβάλλει στο δωμάτιο — он врывается в комнату

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εισβάλλω
εσύ
εισβάλλεις
αυτός
εισβάλλει
εμείς
εισβάλλουμε
εσείς
εισβάλλετε
αυτοί
εισβάλλουν
Аорист
εγώ
εισέβαλα
εσύ
εισέβαλες
αυτός
εισέβαλε
εμείς
εισβάλαμε
εσείς
εισβάλατε
αυτοί
εισέβαλαν
Будущее
εγώ
θα εισβάλλω
εσύ
θα εισβάλλεις
αυτός
θα εισβάλλει
εμείς
θα εισβάλλουμε
εσείς
θα εισβάλλετε
αυτοί
θα εισβάλλουν

Примеры

Οι στρατιώτες εισέβαλαν στο κάστρο.
Солдаты ворвались в крепость. · The soldiers broke into the fortress.
Θα εισβάλλουν στη χώρα αύριο.
Они вторгнутся в страну завтра. · They will invade the country tomorrow.
Εισβάλλει ξαφνικά στο γραφείο χωρίς να χτυπήσει.
Он внезапно врывается в офис, не постучав. · He suddenly rushes into the office without knocking.
Εισέβαλαν πολλές φορές κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Они много раз вторгались во время войны. · They invaded many times during the war.