Греческий словарь
с грамматикой

εισαγωγικός

[isaɣoʝiˈkos]прилагательноеB1

Значения

1
вводный, введение
introductory, opening · εισαγωγικό κεφάλαιο — вводная глава
2
начальный, первоначальный
initial, preliminary · εισαγωγική φάση — начальная фаза

Грамматика

мужской род
им.
εισαγωγικός
вин.
εισαγωγικό
род.
εισαγωγικού
зват.
εισαγωγικέ
женский род
им.
εισαγωγική
вин.
εισαγωγική
род.
εισαγωγικής
зват.
εισαγωγική
средний род
им.
εισαγωγικό
вин.
εισαγωγικό
род.
εισαγωγικού
зват.
εισαγωγικό

Примеры

Το εισαγωγικό μάθημα είναι υποχρεωτικό για όλους.
Вводный курс обязателен для всех. · The introductory course is mandatory for everyone.
Διάβασε πρώτα τις εισαγωγικές σημειώσεις του βιβλίου.
Сначала прочитай вводные замечания в книге. · First read the introductory notes in the book.
Η εισαγωγική ομιλία του καθηγητή ήταν πολύ χρήσιμη.
Вступительная речь профессора была очень полезной. · The professor's opening remarks were very helpful.