Греческий словарь
с грамматикой

εισέρχομαι

[isˈɛrxomɛ]глаголB1

Значения

1
входить, вступать (внутрь)
to enter, to go in · εισέρχομαι στο σπίτι — я вхожу в дом
2
начинаться, наступать (о времени, состоянии)
to begin, to set in, to come into force · εισέρχεται το καλοκαίρι — наступает лето

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εισέρχομαι
εσύ
εισέρχεσαι
αυτός
εισέρχεται
εμείς
εισερχόμαστε
εσείς
εισέρχεστε
αυτοί
εισέρχονται
Аорист
εγώ
είσηλθα
εσύ
είσηλθες
αυτός
είσηλθε
εμείς
είσηλθαμε
εσείς
είσηλθατε
αυτοί
είσηλθαν
Будущее
εγώ
θα εισέλθω
εσύ
θα εισέλθεις
αυτός
θα εισέλθει
εμείς
θα εισέλθουμε
εσείς
θα εισέλθετε
αυτοί
θα εισέλθουν

Примеры

Όταν είσηλθε στο γραφείο, όλοι σηκώθηκαν.
Когда он вошёл в кабинет, все встали. · When he entered the office, everyone stood up.
Εισέρχεται μία νέα εποχή για τη χώρα.
Для страны наступает новая эпоха. · A new era is beginning for the country.
Θα εισέλθουμε από την πίσω πόρτα.
Мы войдём через заднюю дверь. · We'll go in through the back door.
Είσελθε αμέσως χωρίς να χτυπήσει.
Он вошёл сразу же, не постучав. · He entered right away without knocking.