Греческий словарь
с грамматикой

εισάγω

[isˈaɣo]глаголB1

Значения

1
вводить, впускать (людей, животных)
to introduce, to bring in (people, animals) · εισάγω έναν φίλο στο σπίτι — ввожу друга в дом
2
импортировать, ввозить (товары, продукты)
to import (goods, products) · εισάγω καφέ από τη Βραζιλία — импортирую кофе из Бразилии
3
вводить в обиход, вносить (новую идею, обычай)
to introduce, to bring into use (a new idea, custom) · εισάγω νέες μεθόδους διδασκαλίας — внедряю новые методы преподавания

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εισάγω
εσύ
εισάγεις
αυτός
εισάγει
εμείς
εισάγουμε
εσείς
εισάγετε
αυτοί
εισάγουν
Аорист
εγώ
εισήγαγα
εσύ
εισήγαγες
αυτός
εισήγαγε
εμείς
εισήγαμε
εσείς
εισήγατε
αυτοί
εισήγαγαν
Будущее
εγώ
θα εισάγω
εσύ
θα εισάγεις
αυτός
θα εισάγει
εμείς
θα εισάγουμε
εσείς
θα εισάγετε
αυτοί
θα εισάγουν

Примеры

Εισάγουν νέα προϊόντα στην αγορά κάθε μήνα.
Они вводят новые товары на рынок каждый месяц. · They introduce new products to the market every month.
Η χώρα εισήγαγε πολλές ευρωπαϊκές παραδόσεις τον 19ο αιώνα.
Страна внедрила много европейских традиций в XIX веке. · The country introduced many European traditions in the 19th century.
Εισάγετε τους επισκέπτες στο γραφείο με ευγένεια.
Приводите посетителей в офис с вежливостью. · Show the visitors into the office politely.
Θα εισάγουν περισσότερο καφέ από την Αιθιοπία.
Они будут импортировать больше кофе из Эфиопии. · They will import more coffee from Ethiopia.