Греческий словарь
с грамматикой

ειρηνοποιός

[irinoˈpjos]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
миротворец, посредник в разрешении конфликтов
peacemaker, mediator in conflict resolution · άνθρωπος που φέρνει ειρήνη — человек, который приносит мир

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο ειρηνοποιός
вин.
τον ειρηνοποιό
род.
του ειρηνοποιού
зват.
ειρηνοποιέ
Мн. ч.
им.
οι ειρηνοποιοί
вин.
τους ειρηνοποιούς
род.
των ειρηνοποιών
зват.
ειρηνοποιοί

Примеры

Ο ειρηνοποιός προσπάθησε να συμφιλιώσει τα δύο μέρη.
Миротворец попытался примирить две стороны. · The peacemaker tried to reconcile the two parties.
Χρειαζόμαστε έναν ειρηνοποιό για την επίλυση της διαφοράς.
Нам нужен миротворец для разрешения спора. · We need a peacemaker to resolve the dispute.
Οι ειρηνοποιοί διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο στις διαπραγματεύσεις.
Миротворцы сыграли критическую роль в переговорах. · The peacemakers played a critical role in the negotiations.