ειρηνικός
[irinˈikos]прилагательноеB1
Значения
1
мирный, миролюбивый
peaceful, peace-loving · ειρηνικός λαός — мирный народ
2
спокойный, без конфликтов
calm, without conflict · ειρηνική συνύπαρξη — мирное сосуществование
Грамматика
мужской род
им.
ειρηνικός
вин.
ειρηνικό
род.
ειρηνικού
зват.
ειρηνικέ
женский род
им.
ειρηνική
вин.
ειρηνική
род.
ειρηνικής
зват.
ειρηνική
средний род
им.
ειρηνικό
вин.
ειρηνικό
род.
ειρηνικού
зват.
ειρηνικό
Примеры
Οι ειρηνικές διαδηλώσεις ήταν πολύ αποτελεσματικές.
Мирные демонстрации были очень эффективными. · The peaceful protests were very effective.
Θέλουμε ειρηνικές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες.
Мы хотим мирные отношения с соседними странами. · We want peaceful relations with neighbouring countries.
Ο ειρηνικός διαλόγος είναι η μόνη λύση.
Мирный диалог — единственное решение. · Peaceful dialogue is the only solution.
Προτιμώ ειρηνικό τρόπο ζωής.
Я предпочитаю спокойный образ жизни. · I prefer a calm way of life.