Греческий словарь
с грамматикой

ειρηνεύω

[iriˈnevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
заключать мир, мириться
make peace, reconcile · ειρηνεύουν μετά τον πόλεμο — они мирятся после войны
2
умиротворять, приносить мир
bring peace, pacify · ειρηνεύει τις διαφορές — он примиряет разногласия

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ειρηνεύω
εσύ
ειρηνεύεις
αυτός
ειρηνεύει
εμείς
ειρηνεύουμε
εσείς
ειρηνεύετε
αυτοί
ειρηνεύουν
Аорист
εγώ
ειρήνευσα
εσύ
ειρήνευσες
αυτός
ειρήνευσε
εμείς
ειρηνεύσαμε
εσείς
ειρηνεύσατε
αυτοί
ειρήνευσαν
Будущее
εγώ
θα ειρηνεύσω
εσύ
θα ειρηνεύσεις
αυτός
θα ειρηνεύσει
εμείς
θα ειρηνεύσουμε
εσείς
θα ειρηνεύσετε
αυτοί
θα ειρηνεύσουν

Примеры

Οι δύο χώρες ειρήνευσαν μετά τις διαπραγματεύσεις.
Две страны заключили мир после переговоров. · The two countries made peace after negotiations.
Προσπαθεί να ειρηνεύει τις οικογενειακές διαφορές.
Он старается примирить семейные разногласия. · He tries to reconcile family disputes.
Θα ειρηνεύσουν τις δύο πλευρές σύντομα.
Они вскоре помирят обе стороны. · They will pacify both sides soon.