Греческий словарь
с грамматикой

εικασμός

[ikaˈzmos]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
предположение, догадка, гипотеза
conjecture, guess, supposition · καμιά εικασμός για το αποτέλεσμα — только догадка о результате
2
в математике: гипотеза
in mathematics: conjecture · η εικασμός του Γκόλντμπαχ — гипотеза Гольдбаха

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο εικασμός
вин.
τον εικασμό
род.
του εικασμού
зват.
εικασμέ
Мн. ч.
им.
οι εικασμοί
вин.
τους εικασμούς
род.
των εικασμών
зват.
εικασμοί

Примеры

Αυτό είναι απλώς ένας εικασμός χωρίς αποδείξεις.
Это просто догадка без доказательств. · That's merely a conjecture without proof.
Οι εικασμοί των ερευνητών ήταν διαφορετικές.
Предположения исследователей были разными. · The researchers' hypotheses were different.
Δεν έχουμε στοιχεία, μόνο εικασμούς.
У нас нет фактов, только догадки. · We have no facts, only conjectures.
Η περισσότερη μαθηματική εικασμή αναμένει ακόμη απόδειξη.
Большинство математических гипотез ещё ждут доказательства. · Most mathematical conjectures still await proof.