Греческий словарь
с грамматикой

εικάζω

[eˈikaza]глаголB2

Значения

1
предполагать, догадываться
to guess, to conjecture · εικάζω ότι θα έρθει — я предполагаю, что он придёт
2
толковать, интерпретировать (текст)
to interpret, to explain (a text) · εικάζω το νόημα ενός ποιήματος — толкую смысл стихотворения

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εικάζω
εσύ
εικάζεις
αυτός
εικάζει
εμείς
εικάζουμε
εσείς
εικάζετε
αυτοί
εικάζουν
Аорист
εγώ
είκασα
εσύ
είκασες
αυτός
είκασε
εμείς
εικάσαμε
εσείς
εικάσατε
αυτοί
είκασαν
Будущее
εγώ
θα εικάσω
εσύ
θα εικάσεις
αυτός
θα εικάσει
εμείς
θα εικάσουμε
εσείς
θα εικάσετε
αυτοί
θα εικάσουν

Примеры

Εικάζω ότι ξέρει την αλήθεια.
Я предполагаю, что он знает правду. · I conjecture that he knows the truth.
Οι ερευνητές εικάζουν διάφορες ερμηνείες.
Исследователи предлагают различные интерпретации. · Researchers offer various interpretations.
Θα εικάσω το νόημα του αρχαίου κειμένου.
Я буду толковать смысл древнего текста. · I will interpret the meaning of the ancient text.