Греческий словарь
с грамматикой

ειδοποιώ

[iðopiˈo]глаголB1

Значения

1
уведомлять, сообщать, информировать
to notify, to inform, to alert · ειδοποιώ κάποιον για κάτι — уведомить кого-то о чём-то
2
предупреждать
to warn · ειδοποιώ για κίνδυνο — предупредить об опасности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ειδοποιώ
εσύ
ειδοποιείς
αυτός
ειδοποιεί
εμείς
ειδοποιούμε
εσείς
ειδοποιείτε
αυτοί
ειδοποιούν
Аорист
εγώ
ειδοποίησα
εσύ
ειδοποίησες
αυτός
ειδοποίησε
εμείς
ειδοποιήσαμε
εσείς
ειδοποιήσατε
αυτοί
ειδοποίησαν
Будущее
εγώ
θα ειδοποιήσω
εσύ
θα ειδοποιήσεις
αυτός
θα ειδοποιήσει
εμείς
θα ειδοποιήσουμε
εσείς
θα ειδοποιήσετε
αυτοί
θα ειδοποιήσουν

Примеры

Πρέπει να ειδοποιήσω τον αρχηγό σήμερα.
Мне нужно уведомить начальника сегодня. · I need to notify the boss today.
Την ειδοποίησε ότι η συνάντηση αναβλήθηκε.
Он сообщил ей, что встреча отложена. · He informed her that the meeting was postponed.
Ειδοποιούν τους κατοίκους για το ατύχημα.
Они предупреждают жителей об аварии. · They are warning the residents about the accident.
Θα σε ειδοποιήσω αμέσως αν υπάρξει αλλαγή.
Я сразу тебе сообщу, если что-то изменится. · I'll let you know right away if anything changes.