Греческий словарь
с грамматикой

ειδικότητα

[iðikoˈtita]существительноеη · женский родB1

Значения

1
специальность, профессия
specialty, profession · η ειδικότητά του είναι η νοσηλευτική — его специальность — сестринское дело
2
особенность, специфическая черта
peculiarity, distinctive feature · η ειδικότητα αυτού του προϊόντος είναι η ποιότητά του — особенность этого продукта — его качество

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ειδικότητα
вин.
την ειδικότητα
род.
της ειδικότητας
зват.
ειδικότητα
Мн. ч.
им.
οι ειδικότητες
вин.
τις ειδικότητες
род.
των ειδικοτήτων
зват.
ειδικότητες

Примеры

Η ειδικότητά του είναι η ηλεκτρολογία.
Его специальность — электротехника. · His specialty is electrical engineering.
Ποια είναι η δική σας ειδικότητα;
Какая у вас профессия? · What is your profession?
Έχουν διάφορες ειδικότητες οι εργαζόμενοι.
У сотрудников разные специальности. · The employees have various specialties.
Η ειδικότητα του μαγειρικού είναι η σύνθεσή του.
Особенность этого блюда — его состав. · The peculiarity of this dish is its composition.