Греческий словарь
с грамматикой

ειδικεύομαι

[iðiˈkefome]глаголB2

Значения

1
специализироваться, овладевать специальностью
to specialize, to acquire expertise in a field · ειδικεύομαι στη νευροχειρουργική — специализируюсь на нейрохирургии
2
становиться специалистом, мастером
to become an expert or specialist · ειδικεύτηκε στην κουζίνα — стал специалистом в кулинарии

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ειδικεύομαι
εσύ
ειδικεύεσαι
αυτός
ειδικεύεται
εμείς
ειδικευόμαστε
εσείς
ειδικεύεστε
αυτοί
ειδικεύονται
Аорист
εγώ
ειδικεύθηκα
εσύ
ειδικεύθηκες
αυτός
ειδικεύθηκε
εμείς
ειδικευθήκαμε
εσείς
ειδικευθήκατε
αυτοί
ειδικεύθηκαν
Будущее
εγώ
θα ειδικευθώ
εσύ
θα ειδικευθείς
αυτός
θα ειδικευθεί
εμείς
θα ειδικευθούμε
εσείς
θα ειδικευθείτε
αυτοί
θα ειδικευθούν

Примеры

Ο Γιάννης ειδικεύεται στην πληροφορική.
Янис специализируется на информатике. · Yannis specializes in computer science.
Θέλω να ειδικευθώ στη δυναμική των ρευστών.
Я хочу специализироваться на динамике жидкостей. · I want to specialize in fluid dynamics.
Ο γιατρός έχει ειδικευθεί σε παιδιατρική.
Врач специализировался на педиатрии. · The doctor has specialized in pediatrics.
Ειδικεύτηκαν στη συντήρηση αυτοκινήτων.
Они стали специалистами в ремонте автомобилей. · They became experts in car maintenance.