Греческий словарь
с грамматикой

εθνότητα

[eθˈnɔtita]существительноеη · женский родB1

Значения

1
национальность, гражданство
nationality, citizenship · η ελληνική εθνότητα — греческое гражданство
2
этническая принадлежность, этнос
ethnicity, ethnic group · διαφορετικές εθνότητες — разные этносы

Грамматика

Ед. ч.
им.
η εθνότητα
вин.
την εθνότητα
род.
της εθνότητας
зват.
εθνότητα
Мн. ч.
им.
οι εθνότητες
вин.
τις εθνότητες
род.
των εθνοτήτων
зват.
εθνότητες

Примеры

Ποια είναι η εθνότητά σας;
Какое у вас гражданство? · What is your nationality?
Έχει ελληνική και γερμανική εθνότητα.
У него греческое и немецкое гражданство. · He has Greek and German citizenship.
Στη χώρα συνυπάρχουν διάφορες εθνότητες.
В стране сосуществуют разные этносы. · Various ethnic groups coexist in the country.