Греческий словарь
с грамматикой

εθνικιστής

[eθniˈkistis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
националист
nationalist · άνθρωπος με έντονο εθνικό αίσθημα — человек с сильным национальным чувством

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο εθνικιστής
вин.
τον εθνικιστή
род.
του εθνικιστή
зват.
εθνικιστή
Мн. ч.
им.
οι εθνικιστές
вин.
τους εθνικιστές
род.
των εθνικιστών
зват.
εθνικιστές

Примеры

Οι εθνικιστές αγωνίστηκαν για την ανεξαρτησία της χώρας.
Националисты боролись за независимость страны. · The nationalists fought for the country's independence.
Ένας διάσημος εθνικιστής ήταν ο ηγέτης του κινήματος.
Известный националист был лидером движения. · A famous nationalist was the movement's leader.
Οι ιστορικοί μελετούν τις ιδέες των εθνικιστών του δέκατου ένατου αιώνα.
Историки изучают идеи националистов девятнадцатого века. · Historians study the ideas of nineteenth-century nationalists.