εθνικισμός
[ethniˈkizmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
национализм
nationalism · πολιτική ιδεολογία — политическая идеология
2
национальное самосознание, патриотизм
national consciousness, patriotic feeling · αγάπη για τη χώρα — любовь к своей стране
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εθνικισμός
вин.
τον εθνικισμό
род.
του εθνικισμού
зват.
εθνικισμέ
Мн. ч.
им.
οι εθνικισμοί
вин.
τους εθνικισμούς
род.
των εθνικισμών
зват.
εθνικισμοί
Примеры
Ο εθνικισμός αυξάνεται στην Ευρώπη.
Национализм растёт в Европе. · Nationalism is growing in Europe.
Το κίνημα κατακρίνεται για τον επιθετικό του εθνικισμό.
Движение критикуется за его агрессивный национализм. · The movement is condemned for its aggressive nationalism.
Ενάντια στον εθνικισμό, υποστηρίζει την ενοποίηση.
Против национализма он выступает за объединение. · Against nationalism, he advocates unity.
Οι ιστορικοί μελετούν τις ρίζες του εθνικισμού.
Историки изучают корни национализма. · Historians examine the roots of nationalism.