εθελόντρια
[eθeˈlondria]существительноеη · женский родB1
Значения
1
доброволька, волонтёрка (женщина, работающая по собственному желанию без оплаты)
female volunteer (woman who works of her own free will without payment) · εθελόντρια στο νοσοκομείο — волонтёрка в больнице
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εθελόντρια
вин.
την εθελόντρια
род.
της εθελόντριας
зват.
εθελόντρια
Мн. ч.
им.
οι εθελόντριες
вин.
τις εθελόντριες
род.
των εθελόντριων
зват.
εθελόντριες
Примеры
Η εθελόντρια βοηθάει στο καταφύγιο των ζώων.
Волонтёрка помогает в приюте для животных. · The volunteer helps at the animal shelter.
Οι εθελόντριες δούλεψαν όλο το Σαββατοκύριακο.
Волонтёрки работали весь выходной. · The volunteers worked all weekend.
Συγχαρητήρια στην εθελόντρια για την προσπάθειά της.
Поздравляем волонтёрку за её усилия. · Congratulations to the volunteer for her effort.
Της είπε ότι η εθελόντρια ήταν πολύ χρήσιμη.
Ей сказали, что волонтёрка была очень полезна. · She was told that the volunteer was very helpful.