εθελοντικός
[eðelondiˈkos]прилагательноеB1
Значения
1
добровольный, осуществляемый по собственному желанию
voluntary, done by choice · εθελοντική δουλειά — добровольная работа
2
относящийся к добровольцам, организованный добровольцами
of or relating to volunteers · εθελοντική οργάνωση — организация добровольцев
Грамматика
мужской род
им.
εθελοντικός
вин.
εθελοντικό
род.
εθελοντικού
зват.
εθελοντικέ
женский род
им.
εθελοντική
вин.
εθελοντική
род.
εθελοντικής
зват.
εθελοντική
средний род
им.
εθελοντικό
вин.
εθελοντικό
род.
εθελοντικού
зват.
εθελοντικό
Примеры
Η συμμετοχή είναι εθελοντική και δεν είναι υποχρεωτική.
Участие добровольное и не обязательно. · Participation is voluntary and not mandatory.
Στη σχολή δουλεύουν εθελοντικοί δάσκαλοι από όλο τον κόσμο.
В школе работают добровольные учителя со всего мира. · Volunteer teachers from around the world work at the school.
Ιδρύσαμε μια εθελοντική ομάδα για να βοηθήσουμε τη κοινότητα.
Мы основали волонтёрскую группу для помощи сообществу. · We founded a volunteer group to help the community.
Ο εθελοντικός στρατός αποτελείται από πολίτες που επιλέγουν να υπηρετήσουν.
Добровольческая армия состоит из граждан, выбравших служить. · The volunteer army consists of citizens who choose to serve.