Греческий словарь
с грамматикой

εδρεύω

[eˈðreˈvo]глаголB2

Значения

1
иметь свою резиденцию, находиться, располагаться (об учреждении, органе)
to be based, to have one's seat, to be located (of an institution, body) · η κυβέρνηση εδρεύει στην Αθήνα — правительство располагается в Афинах

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εδρεύω
εσύ
εδρεύεις
αυτός
εδρεύει
εμείς
εδρεύουμε
εσείς
εδρεύετε
αυτοί
εδρεύουν
Аорист
εγώ
εδρέυσα
εσύ
εδρέυσες
αυτός
εδρέυσε
εμείς
εδρέυσαμε
εσείς
εδρέυσατε
αυτοί
εδρέυσαν
Будущее
εγώ
θα εδρεύσω
εσύ
θα εδρεύσεις
αυτός
θα εδρεύσει
εμείς
θα εδρεύσουμε
εσείς
θα εδρεύσετε
αυτοί
θα εδρεύσουν

Примеры

Το υπουργείο Εξωτερικών εδρεύει στο κέντρο της πόλης.
Министерство иностранных дел находится в центре города. · The Foreign Ministry is based in the city centre.
Ο Διεθνής Δικαστήριο εδρεύει στη Χάγη.
Международный суд располагается в Гааге. · The International Court is seated in The Hague.
Πολλές διεθνείς οργανώσεις εδρεύουν στη Νέα Υόρκη.
Много международных организаций имеют своё местонахождение в Нью-Йорке. · Many international organisations have their headquarters in New York.