Греческий словарь
с грамматикой

εδραιώνω

[eðreˈono]глаголC1

Значения

1
закреплять, укреплять, делать прочным
to establish firmly, to consolidate, to make stable · εδραιώνει τη θέση του — укрепляет свою позицию
2
утверждать, укоренять (идеи, принципы)
to entrench, to root (ideas, principles) · εδραιώνει τις αρχές του — утверждает свои принципы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εδραιώνω
εσύ
εδραιώνεις
αυτός
εδραιώνει
εμείς
εδραιώνουμε
εσείς
εδραιώνετε
αυτοί
εδραιώνουν
Аорист
εγώ
εδραίωσα
εσύ
εδραίωσες
αυτός
εδραίωσε
εμείς
εδραιώσαμε
εσείς
εδραιώσατε
αυτοί
εδραίωσαν
Будущее
εγώ
θα εδραιώσω
εσύ
θα εδραιώσεις
αυτός
θα εδραιώσει
εμείς
θα εδραιώσουμε
εσείς
θα εδραιώσετε
αυτοί
θα εδραιώσουν

Примеры

Η κυβέρνηση προσπαθεί να εδραιώσει τη δημοκρατία.
Правительство стремится укрепить демократию. · The government is trying to consolidate democracy.
Εδραίωσε την εξουσία του με αποφασιστικότητα.
Он укрепил свою власть решительно. · He firmly established his authority.
Οι αρχές που εδραιώνουν την κοινωνία είναι θεμελιώδεις.
Принципы, которые утверждают общество, являются фундаментальными. · The principles that entrench society are fundamental.
Θα εδραιώσουμε τη συμφωνία με νόμο.
Мы закрепим соглашение законом. · We will enshrine the agreement in law.