εγχειρώ
[eŋxiˈro]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1
Значения
1
браться за что-либо, предпринимать
to undertake, to attempt, to venture · εγχειρώ ένα δύσκολο έργο — браться за трудное дело
2
осмеливаться, решаться
to dare, to have the audacity · εγχειρώ να το πω — осмеливаюсь это сказать
Грамматика
Настоящее время
εγώ
εγχειρώ
εσύ
εγχειρείς
αυτός
εγχειρεί
εμείς
εγχειρούμε
εσείς
εγχειρείτε
αυτοί
εγχειρούν
Аорист
εγώ
εγχείρησα
εσύ
εγχείρησες
αυτός
εγχείρησε
εμείς
εγχειρήσαμε
εσείς
εγχειρήσατε
αυτοί
εγχείρησαν
Будущее
εγώ
θα εγχειρήσω
εσύ
θα εγχειρήσεις
αυτός
θα εγχειρήσει
εμείς
θα εγχειρήσουμε
εσείς
θα εγχειρήσετε
αυτοί
θα εγχειρήσουν
Примеры
Εγχείρησε να γράψει ένα μυθιστόρημα.
Он осмелился написать роман. · He ventured to write a novel.
Δεν εγχειρώ να του το πω απευθείας.
Я не решаюсь сказать ему это прямо. · I don't dare tell him that directly.
Εγχειρούν να διορθώσουν τα λάθη του συστήματος.
Они предпринимают попытку исправить ошибки системы. · They are attempting to fix the system's errors.