Греческий словарь
с грамматикой

εγκρίνω

[eŋˈkrino]глаголB2

Значения

1
одобрять, утверждать
to approve, to sanction · εγκρίνω ένα σχέδιο — одобрить план
2
ратифицировать (закон, договор)
to ratify (law, treaty) · εγκρίνω μια συνθήκη — ратифицировать договор

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εγκρίνω
εσύ
εγκρίνεις
αυτός
εγκρίνει
εμείς
εγκρίνουμε
εσείς
εγκρίνετε
αυτοί
εγκρίνουν
Аорист
εγώ
ενέκρινα
εσύ
ενέκρινες
αυτός
ενέκρινε
εμείς
ενεκρίναμε
εσείς
ενεκρίνατε
αυτοί
ενέκριναν
Будущее
εγώ
θα εγκρίνω
εσύ
θα εγκρίνεις
αυτός
θα εγκρίνει
εμείς
θα εγκρίνουμε
εσείς
θα εγκρίνετε
αυτοί
θα εγκρίνουν

Примеры

Η επιτροπή ενέκρινε το νέο προϋπολογισμό χθες.
Комиссия одобрила новый бюджет вчера. · The committee approved the new budget yesterday.
Θα εγκρίνουν το πρόγραμμα σε τρεις εβδομάδες.
Они утвердят программу через три недели. · They will approve the program in three weeks.
Το κοινοβούλιο έχει ήδη εγκρίνει την συνθήκη.
Парламент уже ратифицировал договор. · Parliament has already ratified the treaty.
Εγκρίνουν ή απορρίπτουν οι πολίτες τις αποφάσεις;
Граждане одобряют или отвергают решения? · Do the citizens approve or reject the decisions?