εγκληματολόγος
[eŋklimatolóɣos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
криминолог
criminologist · ο εγκληματολόγος μελετά τα εγκλήματα — криминолог изучает преступления
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εγκληματολόγος
вин.
τον εγκληματολόγο
род.
του εγκληματολόγου
зват.
εγκληματολόγε
Мн. ч.
им.
οι εγκληματολόγοι
вин.
τους εγκληματολόγους
род.
των εγκληματολόγων
зват.
εγκληματολόγοι
Примеры
Ο εγκληματολόγος ανάλυσε τα δεδομένα του υποθέσεως.
Криминолог проанализировал данные по делу. · The criminologist analyzed the case data.
Οι εγκληματολόγοι συνεργάζονται με την αστυνομία.
Криминологи сотрудничают с полицией. · Criminologists work together with the police.
Πρόσφατα η έρευνα του εγκληματολόγου δημοσιεύθηκε.
Недавно исследование криминолога было опубликовано. · Recently the criminologist's research was published.