εγκληματικότητα
[eŋklimatikˈotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
преступность, криминал
criminality, crime rate · η αύξηση της εγκληματικότητας — рост преступности
2
уголовный характер (деяния)
criminal nature (of an act) · η εγκληματικότητα της πράξης — уголовный характер деяния
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εγκληματικότητα
вин.
την εγκληματικότητα
род.
της εγκληματικότητας
зват.
εγκληματικότητα
Мн. ч.
им.
οι εγκληματικότητες
вин.
τις εγκληματικότητες
род.
των εγκληματικοτήτων
зват.
εγκληματικότητες
Примеры
Η εγκληματικότητα αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Преступность значительно возросла в последние годы. · Crime has increased significantly in recent years.
Οι αρχές ασχολούνται με τη μάχη κατά της εγκληματικότητας.
Власти борются с преступностью. · The authorities are dealing with fighting crime.
Η εγκληματικότητα της πράξης είναι αναμφισβήτητη.
Уголовный характер деяния не подлежит сомнению. · The criminal nature of the act is indisputable.